Σαν σήμερα στις 7 Ιουνίου του 1993 ο Ντράζεν Πέτροβιτς έφυγε από την ζωή σ' εκείνον τον «καταραμένο» γερμανικό δρόμο και το SDNA μπαίνει, για χάρη του, σε μια άδεια αίθουσα ενός ξεχασμένου ωδείου...

Σκοτάδι. Αρραγές, θαρρείς. Κάθεσαι σε μια καρέκλα μα δεν γνωρίζεις ούτε το πώς, ούτε το γιατί βρέθηκες εδώ. Αίφνης, ανάβει ένα φως- αρχίζεις να βλέπεις λίγο καλύτερα: βρίσκεσαι σε μια αχανή αίθουσα, στο κέντρο της οποίας δεσπόζει ένα πολυτελές λευκό πιάνο με ουρά.

Στην καρέκλα μπροστά από το πιάνο κάθεται ένα πιτσιρίκι 4 ετών. Μισοκλείνεις τα μάτια σου για να το δεις καλύτερα. Κάτι σου θυμίζει, αμυδρά, όμως δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Σαν σε σκηνή καμωμένη από τα πιο αγνά υλικά της πιστευτής επιστημονικής φαντασίας, ο μικρός μεγαλώνει, γίνεται 10-15 ετών, έπειτα 20, μετά σχεδόν 29- και κάπου εκεί το αποκρουστικό πρόσωπο του Χρόνου λιώνει, και μπροστά σου έχεις ξανά ένα παιδάκι 4 ετών.
«Καλησπέρα», ψιθυρίζει, «σε περίμενα».
Κοιτάς γύρω σου, είσαι ολομόναχος. Απευθύνεται σε σένα, λοιπόν. Τραυλίζεις κάτι που ένας γλωσσολόγος με διδακτορικό στο Κολούμπια θα μπορούσε να ερμηνεύσει, μετά γλωσσικών κόπων και βασάνων, ως «Γεια και σε σένα...» και μετά σιωπή.
Ο πιτσιρικάς πατάει μια νότα. Έπειτα ακόμα μία. Κι άλλη. Το τραγούδι του είναι μελωδικό, πένθιμο, σκληρό.

«Θέλω να σου πω την ιστορία μου», σ' ενημερώνει και μετά συνεχίζει να χαϊδεύει τις νότες. Περνάνε 10-15 δεύτερα και, εντελώς ξαφνικά, τα χείλη σου μοιάζουν να έχουν «καταληφθεί» από τον Σαίξπηρ.
«Αν η μουσική είναι η τροφή της αγάπης, παίξε κι άλλο», ψελλίζεις.
Και ο μικρός παίζει.
Introitus: Requiem aeternam dona eis Domine
«Γεννήθηκα στις 22 Οκτωβρίου του 1964 στο Σιμπένικ της τότε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας», λέει με τραγουδιστή φωνή ενόσω παίζει το εισαγωγικό μέρος του κομματιού του ο μικρός, «και η μεγαλύτερη επιρροή μου ήταν ο αδερφός μου, ο Αλεξάντερ, ο οποίος έπαιζε μπάσκετ στην τοπική ομάδα.
Πριν καλά- καλά το καταλάβω, εκείνο το ευτραφές αγοράκι με τα πορτοκαλί βέλη στη φαρέτρα του με πέτυχε κατάστηθα και ερωτεύτηκα παράφορα, σε μη αναστρέψιμο βαθμό. Έτσι, βρήκα το πλησιέστερο γήπεδο μπάσκετ και άρχισα να παίζω από το πρωί μέχρι το βράδυ, παλεύοντας παράλληλα να «στριμώξω» και το σχολείο στην καθημερινότητά μου.
Είχα ταλέντο, ήταν πασιφανές, όμως ταλέντο έχουν πάρα πολλοί. Εκείνο που μ' έκανε να ξεχωρίζω, ήταν η παρανοϊκή- εκτός εισαγωγικών- αφοσίωσή μου στη δουλειά. Όλοι οι προπονητές μου μπορούν να το επιβεβαιώσουν αυτό.
Κάπως έτσι, στα 13 μου θα μπορούσα να έχω γίνει ήδη εξέχον στέλεχος της ιερατικής σχολής, καθώς στο παρκέ έκανα παπάδες, διακόνους, αρχιμανδρίτες: οι 50άρες ξεκίνησαν δειλά-δειλά και δεν άργησαν να γίνουν συνήθεια, πριν περάσουν στη λατρεία, ενώ πριν καν κλείσω τα 15 ήμουν μέλος της ανδρικής ομάδας της Σιμπένκα.

Ξέρεις πώς με αποκαλούσαν, τότε; Παιδί-θαύμα.
Μεταξύ μας, άδικο είχαν;»
Dies Irae
«Η, αλλιώς, “H ημέρα της οργής”: μπορεί φαινομενικά να ήμουν ένας χαμογελαστός και ευχάριστος τύπος, όμως εντός των τεσσάρων γραμμών έδινα την αίσθηση πως ήμουν μονίμως οργισμένος.
Αυτό εντυπώθηκε με ανεξάλειπτο μελάνι- σαν νοητό τατουάζ- στο μυαλό των αντιπάλων μου στη γιουγκοσλαβική λίγκα, όταν πήρα την απόφαση να μεταγραφώ στην Τσιμπόνα Ζάγκρεμπ. Με τη φανέλα της κατέκτησα το πρώτο μου εθνικό πρωτάθλημα, ακολούθησε το κύπελλο και μετά...
Μετά έπρεπε να κάνω σύσσωμη την Ευρώπη να μου βγάλει το άυλο καπέλο. Ξέρεις, τα κατάφερα πάρα πολύ εύκολα: πρώτα, στον τελικό του 1985, έβαλα 39 ολόκληρους πόντους στο άψυχο αγωνιστικό κουφάρι της Ρεάλ και κατακτήσαμε το Κύπελλο Πρωταθλητριών, ενώ την επόμενη σεζόν επαναλάβαμε τον άθλο, κερδίζοντας την Ζαλγκίρις του τεράστιου Άρβιντας Σαμπόνις.
Αν δεν ήμασταν πίσω στα mid-80s και ζούσαμε στο σήμερα, το κατόρθωμά μας θα έπαιζε σε νέον πηχυαίους τίτλους που θα έλεγαν “Back-to-back European Champions” ή “Repeat”- έτσι δεν είναι;».
Ο μικρός δεν είναι πια μικρός, έχει φτάσει στα 20κάτι. Και συνεχίζει, ο μπαγάσας, να πατάει τόσο υπέροχα τις νότες.
«Γι' αυτήν την μουσική χρειάζομαι καινούργια αυτιά», μονολογείς και αφήνεις επιτέλους την καρδιά σου ελεύθερη. Ελεύθερη για Εκείνον.
Και τώρα, έφτασε η ώρα να στην κλέψει για πάντα.
Domine Iesu Christe
«Κύριε Ιησού Χριστέ!- να μια έκφραση που ακουγόταν ολοένα και περισσότερο κάθε φορά που έδενα τα sneakers μου και έμπαινα σ' ένα ματς.
Μετά την Τσιμπόνα σειρά είχε η Βασίλισσα, η Ρεάλ Μαδρίτης, στην οποία έμεινα μόλις μία σεζόν, αλλά πρόλαβα να σχηματίσω αρκετά όμικρον έκπληξης στα στόματα των Ισπανών- και όχι μόνο: πήραμε το εγχώριο κύπελλο και μετά συνεχίσαμε με το Κυπελλούχων.
Μου μοιάζεις για Έλληνας, έτσι δεν είναι;», σε ρωτάει σε ανύποπτη στιγμή ο σολίστ της σκηνής κι εσύ, μαγεμένος, νεύεις καταφατικά.
«Τότε μπορεί και να θυμάσαι τον τελικό του 1989 στο ΣΕΦ. Τεθήκαμε αντιμέτωπες δύο από τις μεγαλύτερες καλαθομηχανές στα χρονικά της Γηραιάς (αλλά και της... παγκόσμιας) Ηπείρου: η εκτυφλωτική αφεντιά μου και ο τεράστιος Όσκαρ Σμιντ.
Ο αγώνας της Ρεάλ με την Καζέρτα έμοιαζε με ανταλλαγή σεληνιασμένων πυροβολισμών, όμως στο τέλος η δική μου ομάδα θριάμβευσε κι εγώ, λίγο πριν την τελική υπόκλιση, έριξα μια ματιά στα στατιστικά μου.
Ξέρεις τι έγραφε εκεί; Το όνομά μου και δίπλα έναν αριθμό: 62.
Ήταν οι πόντοι που είχα βάλει στο ματς».
Sanctus
«Άγιος; Δε νομίζω. Το προσωνύμιό μου, βλέπεις, ήταν “Ο γιος του Διαβόλου” και, πίστεψέ με, μέσα μου έκαιγε μια άσβεστη, διαβολικής υφής, φωτιά.
Πέραν των κατορθωμάτων μου στους συλλόγους που αγωνιζόμουν, μαζί με μια εκπληκτική φουρνιά παικτών που όμοιά της δεν είχαμε ξαναδεί μέχρι τότε στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού (Ντίβατς, Βράνκοβιτς, Κούκοτς, Πάσπαλι, Ράτζα κ.α.) οδηγήσαμε την εθνική Γιουγκοσλαβίας στον Κολοφώνα της δόξας της.
Χάλκινο στους Ολυμπιακούς του 1984, χάλκινο στο Παγκόσμιο του 1986, χρυσό στο Ευρωμπάσκετ το 1989 και του 1991 και χάλκινο το 1987.
Εντάξει, ξέρω: εσύ, σαν Έλληνας, μάλλον θα σταθείς στο 1987, όταν ο δικός σου Θεός, ο Νίκος Γκάλης, και η παρέα του μας έριξαν δυο φορές στο καναβάτσο. Όμως ξέρεις κάτι;
Κοίτα το στήθος μου. Κοίτα όλ' αυτά τα μετάλλια που το κοσμούν και τεκμαίρουν την άποψη πως οι «Πλάβι» υπήρξαμε η καλύτερη ευρωπαϊκή εθνική όλων των εποχών.

Ναι, ναι: θα μου πεις για την ΕΣΣΔ ή την (πρόσφατη) Ισπανία.
Αλλά, φίλε μου, το πιστεύεις αυτό γιατί μάλλον δε μας έχεις δει να παίζουμε».
Ακούς τα λόγια του, την ίδια στιγμή που ταξιδεύεις στο «Μια φορά κι ένα κάποτε»- τότε που η Γιουγκοσλαβία κυριαρχούσε στα παρκέ. Θα ήθελες να 'χεις δει περισσότερα παιχνίδια της, να 'χεις προλάβει τις χρυσές της μέρες.
Δεν πειράζει που δεν το έκανες: η μουσική είναι ο καλύτερος τρόπος που έχουμε για να χωνεύουμε τον Χρόνο.
Όσο ο νεαρός παίζει στο πιάνο, εσύ απλά πάτα το play...
Tuba mirum
«Μια σάλπιγγα θαυμάτων, ναι. Την άρπαξα στα χέρια μου, έπαιξα τον πιο πολεμικό μου σκοπό και πήρα την απόφαση να πάω στο ΝΒΑ, προκειμένου να τα βάλω με τους κορυφαίους ολόκληρου του μπασκετικού κόσμου.
Η πρώτη μου διετία, βέβαια, στο Πόρτλαντ έμοιαζε με απτό εφιάλτη. Έχοντας μπροστά μου τον Κλάιντ Ντρέξλερ και τον Τέρι Πόρτερ, τα λεπτά συμμετοχής μου θύμιζαν το IQ τυφλωμένων οπαδών στ' απανταχού γήπεδα της οικουμένης (spoiler alert: το νούμερο είναι μονοψήφιο) και έφτασα στο σημείο να παίρνω τηλέφωνο τον αδερφικό μου φίλο, τον Βλάντε Ντίβατς, και να πανηγυρίζω όποτε κατάφερνα να πετύχω έστω και 1-2 καλάθια.
Μετά όμως, το Νιου Τζέρσι άνοιξε τις στοργικές του αγκάλες και με υποδέχτηκε- κι εγώ φρόντισα ν' ανταποδώσω την αγάπη στο έπακρο: ο μέσος όρος μου στους πόντους εκτοξεύτηκε πάνω από τους 20, ήμουν ο πιο εύστοχος γκαρντ του πρωταθλήματος (51% εντός πεδιάς), έγινα ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Νετς και τους οδήγησα στα playoffs.
Μπορεί στις μέρες μας- της παγκοσμιοποίησης του ΝΒΑ- αυτά τα νούμερα ενός Ευρωπαίου να μη μοιάζουν εξωπραγματικά, όμως πίσω στις αρχές των 90s, πίστεψέ με, ήταν. Είπαν πως άνοιξα το δρόμο για όλους τους international players να καθιερωθούν στην κορυφαία λίγκα του πλανήτη και, συμπάθα με, νομίζω πως κάτι τέτοιο ισχύει 100%.

Όμως αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο παράσημό μου. Μοιάζει παράδοξο ένας τέτοιος έπαινος ν' αποδεικνύεται «φτωχός», αλλά άκου λίγο αυτό:
«Ήταν ο μοναδικός παίκτης που με κοίταζε στα μάτια χωρίς να με φοβάται».
Ξέρεις ποιος το είπε αυτό;
Τον έλεγαν Μάικλ.
Μάικλ Τζόρνταν.
Lacrimosa
«Δακρυόεσσα ημέρα. Έχω την αίσθηση πως είναι ακριβές: οι Νετς έμοιαζαν να σκέφτονται αν θα μου δώσουν την αύξηση που τους ζήτησα κι εγώ, πληγωμένος, πήρα την απόφαση ν' αρχίσω τις επαφές με το Χιούστον και τη Νέα Υόρκη.
Κάπου εκεί, όμως, «παρενεβλήθη» ο Παναθηναϊκός. Μου προσέφερε αγωνιστική γη και χρηματικό ύδωρ, την στιγμή που ο Νικ είχε δώσει το πράσινο φως για την απόκτησή μου και θα συνθέταμε το κορυφαίο δίδυμο στα χρονικά του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Γράφτηκε επανειλημμένως πως με το Τριφύλλι είχαμε συμφωνήσει, όμως η αλήθεια είναι πως το σκεφτόμουν ακόμα όταν...

Όταν τελειώσαμε εκείνο το παιχνίδι με την Εθνική Κροατίας, πια, το καλοκαίρι του 1993.
Ο Στόικο Βράνκοβιτς με εκλιπαρούσε σχεδόν να πάω μαζί με την υπόλοιπη αποστολή, όμως του απάντησα γελώντας “You fly, you die!” και αποφάσισα να φύγω με το αυτοκίνητο της κοπέλας μου.
Το ταξίδι ξεκίνησε καλά, όμως όταν βγήκαμε στη βρεγμένη άσφαλτο του Autobahn 9 στο Ντένκεντορφ, μια σκιά είχε καλύψει το αμάξι μας και μας οδηγούσε με ερεβώδη ακρίβεια στο αποκρουστικό μας ραντεβού.
Δεν είχα κλείσει ούτε καν τα 29 τότε, τα πιο «μεστά» μπασκετικά χρόνια βρίσκονταν μπροστά μου, αλλά...»
«Αλλά;», παρακίνησες εσύ τον νεαρό άντρα να συνεχίσει. Εκείνος έπαιξε μια τελευταία νότα και σώπασε για λίγο.
«Αλλά, φίλε μου, τι νομίζεις ότι είναι αυτό το τραγούδι που παίζω τόση ώρα; Γιατί το χώρισα σε έξι μέρη; Είναι ένα Ρέκβιεμ, μια λειτουργία υπέρ τεθνεώτων. Δεν βγήκα ποτέ από εκείνο το Golf- τουλάχιστον όχι ζωντανός...», ψιθυρίζει και μετά τα φώτα, εντελώς απροειδοποίητα, σβήνουν.
Στο βάθος ανάβει μια οθόνη και τον βλέπεις ξανά και ξανά να ευστοχεί σε τρίποντα, να ντριμπλάρει, να πασάρει πίσω από την πλάτη, να κάνει πλάκα στα ιερά τέρατα του ΝΒΑ.
«Στάσου!», φωνάζεις εκστατικά, «Δε μου είπες καν το όνομά σου».
«Ντράζεν», ακούγεται ένας ενισχυμένος ψίθυρος από το σημείο που μέχρι πρότινος υπήρχε το πιάνο. «Αλλά μπορείς να με φωνάζεις αλλιώς κάθε φορά που κοιτάς τον ουρανό και θα με ψάχνεις».
«Πώς;».
Ησυχία. Έπειτα, δύο μόνο άηχες συλλαβές:
«Μότσαρτ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου